Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'addiction
01
εθισμός, εξάρτηση
dépendance physique ou psychologique à une substance ou à une activité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
addictions
Παραδείγματα
L'addiction à l'alcool peut nuire à la santé.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
addiction
addict



























