Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'addiction
01
εθισμός, εξάρτηση
dépendance physique ou psychologique à une substance ou à une activité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
addictions
Παραδείγματα
L' addiction crée souvent des problèmes familiaux et professionnels.
Λεξικό Δέντρο
addiction
addict



























