l'addiction
addiction
adɪksjɔ̃
adiksyaw
additionadduction

Ορισμός και σημασία του "addiction"στα γαλλικά

01

εθισμός, εξάρτηση

dépendance physique ou psychologique à une substance ou à une activité 
l'addiction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
addictions
Παραδείγματα
L'addiction à l'alcool peut nuire à la santé. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store