Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déglacer
01
retirer la glace ou le givre qui recouvre une surface ou un appareil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
L' avion devait être déglacé avant le décollage.



























