Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La déforestation
01
αποψίλωση, αποδάσωση
action de détruire ou de réduire considérablement les surfaces forestières
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La déforestation contribue au réchauffement climatique.
Η αποψίλωση των δασών συμβάλλει στην παγκόσμια υπερθέρμανση.



























