digestible

Ορισμός και σημασία του "digestible"στα γαλλικά

digestible
01

ευπεπτος, εύκολα χωνευόμενος

qui peut être facilement digéré par l'estomac
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus digestible
συγκριτικός βαθμός
plus digestible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
digestible
αρσενικό πληθυντικό
digestibles
θηλυκό ενικό
digestible
θηλυκό πληθυντικό
digestibles
Παραδείγματα
Le pain complet n' est pas toujours aussi digestible que le pain blanc.
Το ολικής αλέσεως ψωμί δεν είναι πάντα τόσο εύπεπτο όσο το λευκό ψωμί.

Λεξικό Δέντρο

indigestible
digestible
digest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store