Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
évoluer
01
εξελίσσομαι, αναπτύσσομαι
changer progressivement, se transformer ou se développer dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évolue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évoluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évoluerai
ενεστώτα μετοχή
évoluant
παθητική μετοχή
évolué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évoluions
Παραδείγματα
La société évolue avec les nouvelles technologies.
Η κοινωνία εξελίσσεται με τις νέες τεχνολογίες.
02
κινείται, μετακινείται
se déplacer ou se mouvoir dans un espace de façon ordonnée
Παραδείγματα
Les véhicules évoluent sur le circuit de course en respectant les règles.
Τα οχήματα κινoύνται στην πίστα αγώνων τηρώντας τους κανόνες.



























