évoluer
évoluer
evɔlɥe
evawlüe
évoquerévaluer

Ορισμός και σημασία του "évoluer"στα γαλλικά

évoluer
01

εξελίσσομαι, αναπτύσσομαι

changer progressivement, se transformer ou se développer dans le temps 
évoluer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évolue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évoluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évoluerai
ενεστώτα μετοχή
évoluant
παθητική μετοχή
évolué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évoluions
Παραδείγματα
Son style de peinture a évolué au fil des années. 

Το στυλ ζωγραφικής του εξελίχθηκε με τα χρόνια.

02

κινείται, μετακινείται

se déplacer ou se mouvoir dans un espace de façon ordonnée 
évoluer definition and meaning
Παραδείγματα
Les soldats évoluent sur le terrain pendant l'exercice. 

Οι στρατιώτες κινoύνται στο πεδίο κατά τη διάρκεια της άσκησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store