éplucher
éplucher
epluʃe
eplooshe
épancher

Ορισμός και σημασία του "éplucher"στα γαλλικά

éplucher
01

ξεφλουδίζω

enlever la peau ou les parties indésirables des fruits/légumes 
éplucher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épluche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épluchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éplucherai
ενεστώτα μετοχή
épluchant
παθητική μετοχή
épluché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épluchions
Παραδείγματα
J'épluche les pommes de terre pour la purée. 

Ξεφλουδίζω τις πατάτες για την πουρέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store