éplucher
Pronunciation
/eplyʃe/

Ορισμός και σημασία του "éplucher"στα γαλλικά

éplucher
01

ξεφλουδίζω

enlever la peau ou les parties indésirables des fruits/légumes
éplucher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épluche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épluchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éplucherai
ενεστώτα μετοχή
épluchant
παθητική μετοχή
épluché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épluchions
Παραδείγματα
Il faut éplucher les champignons ?
Πρέπει να ξεφλουδίσουμε τα μανιτάρια;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store