Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éditorial
[gender: masculine]
01
επιφώνημα, αρθρογράφημα
article d'un journal ou d'une revue qui exprime l'opinion de la rédaction sur un sujet important
Παραδείγματα
L' éditorial a provoqué de nombreuses réactions chez les lecteurs.
Το αρθρομνημόνιο προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στους αναγνώστες.



























