Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
édifier
01
οικοδομώ, χτίζω
construire un bâtiment ou une structure, souvent de manière solide et durable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
édifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
édifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
édifierai
παθητική μετοχή
édifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
édifiions
Παραδείγματα
Les ingénieurs ont édifié des tours très hautes.
Οι μηχανικοί έκτισαν πολύ ψηλούς πύργους.



























