édifier
Pronunciation
/edifjˈe/

Ορισμός και σημασία του "édifier"στα γαλλικά

édifier
01

οικοδομώ, χτίζω

construire un bâtiment ou une structure, souvent de manière solide et durable
édifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
édifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
édifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
édifierai
παθητική μετοχή
édifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
édifiions
Παραδείγματα
Les ingénieurs ont édifié des tours très hautes.
Οι μηχανικοί έκτισαν πολύ ψηλούς πύργους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store