l'édifice
Pronunciation
/edifis/

Ορισμός και σημασία του "édifice"στα γαλλικά

01

κτίριο, κατασκευή

grand bâtiment ou construction importante
l'édifice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
édifices
Παραδείγματα
L' incendie a endommagé tout l' édifice.
Η πυρκαγιά προκάλεσε ζημιά σε ολόκληρο το κτίριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store