l'écrit
écrit
ekʁi
ekri

Ορισμός και σημασία του "écrit"στα γαλλικά

01

γραπτό κείμενο, γραπτό έγγραφο

texte ou document rédigé 
l'écrit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écrits
Παραδείγματα
L'écrit doit être clair et bien structuré. 

Το γραπτό πρέπει να είναι σαφές και καλά δομημένο.

01

γραπτός, γραμμένος

qui est fait ou présenté par écrit 
écrit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
écrit
αρσενικό πληθυντικό
écrits
θηλυκό ενικό
écrite
θηλυκό πληθυντικό
écrites
θεματικό πεδίο
communication, éducation, format
Παραδείγματα
L'examen écrit aura lieu demain. 

Η γραπτή εξέταση θα πραγματοποιηθεί αύριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store