l'écrit
Pronunciation
/ekʀi/

Ορισμός και σημασία του "écrit"στα γαλλικά

01

γραπτό κείμενο, γραπτό έγγραφο

texte ou document rédigé
l'écrit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écrits
Παραδείγματα
Mon professeur corrige nos écrits chaque semaine.
Ο δάσκαλός μου διορθώνει τα γραπτά μας κάθε εβδομάδα.
01

γραπτός, γραμμένος

qui est fait ou présenté par écrit
écrit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
écrit
αρσενικό πληθυντικό
écrits
θηλυκό ενικό
écrite
θηλυκό πληθυντικό
écrites
Παραδείγματα
Le contrat doit être signé par écrit.
Η σύμβαση πρέπει να υπογραφεί γραπτώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store