l'éducation
éducation
edykasjɔ̃
edykasyaw

Ορισμός και σημασία του "éducation"στα γαλλικά

01

εκπαίδευση, αγωγή

transmission de connaissances, de compétences ou de valeurs, souvent à l'école ou en famille 
l'éducation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
éducations
Παραδείγματα
L'éducation est essentielle pour le développement d'un pays. 

Η εκπαίδευση είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη μιας χώρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store