Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éducation
01
εκπαίδευση, αγωγή
transmission de connaissances, de compétences ou de valeurs, souvent à l'école ou en famille
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
éducations
Παραδείγματα
L'éducation est essentielle pour le développement d'un pays.
Η εκπαίδευση είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη μιας χώρας.
LanGeek



























