éduquer
Pronunciation
/edyke/

Ορισμός και σημασία του "éduquer"στα γαλλικά

éduquer
01

εκπαιδεύω, μορφώνω

apprendre à quelqu'un à vivre et à se comporter correctement
éduquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éduque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éduquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éduquerai
ενεστώτα μετοχή
éduquant
παθητική μετοχή
éduqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éduquions
Παραδείγματα
Elle veut éduquer ses enfants avec patience.
Θέλει να εκπαιδεύσει τα παιδιά της με υπομονή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store