Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'édifice
[gender: masculine]
01
κτίριο, κατασκευή
grand bâtiment ou construction importante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
édifices
Παραδείγματα
L' incendie a endommagé tout l' édifice.
Η πυρκαγιά προκάλεσε ζημιά σε ολόκληρο το κτίριο.



























