la vote
Pronunciation
/vɔt/

Ορισμός και σημασία του "vote"στα γαλλικά

La vote
[gender: feminine]
01

ψήφος, ψηφοφορία

action de choisir un candidat ou une option lors d'une élection
la vote definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
votes
Παραδείγματα
Le vote électronique devient plus courant.
Η ηλεκτρονική ψηφοφορία γίνεται πιο συνηθισμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store