Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le visiteur
01
επισκέπτης, φιλοξενούμενος
une personne qui vient voir quelqu'un ou un lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
visiteurs
αρσενικό ενικό
visiteur
θηλυκό ενικό
visiteuse
neutral form
personne
Παραδείγματα
Le visiteur attend devant la porte.
Ο επισκέπτης περιμένει μπροστά από την πόρτα.



























