Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visiter
01
επισκέπτομαι, επισκέφομαι
aller dans un endroit pour le voir et en apprendre plus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
visite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
visitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
visiterai
ενεστώτα μετοχή
visitant
παθητική μετοχή
visité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
visions
Παραδείγματα
Les élèves vont visiter une ferme pédagogique demain.
Οι μαθητές θα επισκεφθούν ένα εκπαιδευτικό αγρόκτημα αύριο.



























