Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vendre
01
πουλώ
donner quelque chose en échange d'argent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vendrai
ενεστώτα μετοχή
vendant
παθητική μετοχή
vendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vendions
Παραδείγματα
Elle vend des vêtements dans une boutique.
Αυτή πουλάει ρούχα σε ένα κατάστημα.
02
πουλώ
obtenir de l'argent en échange d'un bien ou d'un service
Παραδείγματα
Il vend des légumes pour gagner de l'argent.
Αυτός πουλάει λαχανικά για να κερδίσει χρήματα.
03
προδίδω, καταδίδω
trahir quelqu'un en le livrant ou en révélant ses secrets
Παραδείγματα
Il a vendu son ami pour obtenir de l'argent.
Πούλησε τον φίλο του για να αποκτήσει χρήματα.
04
πουλώ, πωλούμαι
être vendu, trouver un acheteur
Παραδείγματα
Ce livre se vend très bien.
Αυτό το βιβλίο πουλιέται πολύ καλά.
05
πουλώ τον εαυτό μου, προδίδω
trahir ses principes ou sa loyauté pour obtenir un avantage
Παραδείγματα
Il s'est vendu pour de l'argent.
Πούλησε τον εαυτό του για χρήματα.



























