Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
velléitaire
01
αποφασιστικός, έλλειψη θέλησης
qui manque de volonté ou de détermination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus velléitaire
συγκριτικός βαθμός
plus velléitaire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
velléitaire
αρσενικό πληθυντικό
velléitaires
θηλυκό ενικό
velléitaire
θηλυκό πληθυντικό
velléitaires
Παραδείγματα
Il est velléitaire et hésite avant chaque décision.
Είναι αποφασιστικός και διστάζει πριν από κάθε απόφαση.



























