vacant
vacant
vakɑ̃
vakaa

Ορισμός και σημασία του "vacant"στα γαλλικά

01

κενός, αδειανός

qui est libre, inoccupé ou non utilisé, notamment pour un logement, un poste ou un lieu 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vacant
συγκριτικός βαθμός
plus vacant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vacant
αρσενικό πληθυντικό
vacants
θηλυκό ενικό
vacante
θηλυκό πληθυντικό
vacantes
Παραδείγματα
L'appartement est vacant depuis plusieurs mois. 

Το διαμέρισμα είναι κενό εδώ και αρκετούς μήνες.

Λεξικό Δέντρο

vacant
vacate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store