Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le trottoir
01
πεζοδρόμιο, διάδρομος πεζών
partie de la rue réservée aux piétons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trottoirs
Παραδείγματα
Les enfants marchent sur le trottoir.
Τα παιδιά περπατούν στο πεζοδρόμιο.



























