Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La transition
01
μετάβαση, μεταβολή
passage d'un état, d'une situation ou d'une période à une autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
transitions
Παραδείγματα
La transition entre l'enfance et l'adolescence peut être difficile.
Η μετάβαση μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας μπορεί να είναι δύσκολη.
Λεξικό Δέντρο
transition
trans



























