la transition
transition
tʁɑ̃zisjɔ̃
traazisyaw
translationtransactiontradition

Ορισμός και σημασία του "transition"στα γαλλικά

01

μετάβαση, μεταβολή

passage d'un état, d'une situation ou d'une période  à une autre 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
transitions
Παραδείγματα
La transition entre l'enfance et l'adolescence peut être difficile. 

Η μετάβαση μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας μπορεί να είναι δύσκολη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

transition
trans
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store