Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transformer
01
μεταμορφώνω, αλλάζω
changer la forme, l'apparence ou l'état de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
transforme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
transformons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
transformerai
ενεστώτα μετοχή
transformant
παθητική μετοχή
transformé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
transformions
Παραδείγματα
Elle a transformé sa maison avec une nouvelle décoration.
Μετέτρεψε το σπίτι της με νέα διακόσμηση.
02
μεταμορφώνομαι, αλλάζω
changer de forme, d'état ou de nature, ou subir une transformation
Παραδείγματα
La chenille se transforme en papillon.
Η κάμπια μεταμορφώνεται σε πεταλούδα.



























