Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transférer
01
αναμεταδίδω, μεταφέρω
envoyer un courrier, une information ou un message reçu à une autre personne ou à une autre adresse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
transfère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
transférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
transférerai
ενεστώτα μετοχή
transférant
παθητική μετοχή
transféré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
transférions
Παραδείγματα
Le secrétariat transfère les appels vers le responsable.
Το γραμματείο μεταφέρει τις κλήσεις στον υπεύθυνο.
02
μεταφέρω
faire passer une personne, un objet, ou des données d'un lieu, d'un service ou d'une situation à un autre
Παραδείγματα
Elle a demandé à être transférée dans une autre agence.
Ζήτησε να μεταφερθεί σε άλλο πρακτορείο.



























