Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transférer
01
αναμεταδίδω, μεταφέρω
envoyer un courrier, une information ou un message reçu à une autre personne ou à une autre adresse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
transfère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
transférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
transférerai
ενεστώτα μετοχή
transférant
παθητική μετοχή
transféré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
transférions
Παραδείγματα
Elle m'a transféré l'e-mail ce matin.
Μου μετέφερε το email σήμερα το πρωί.
02
μεταφέρω
faire passer une personne, un objet, ou des données d'un lieu, d'un service ou d'une situation à un autre
Παραδείγματα
On a transféré le patient dans un autre hôpital.
Μετέφεραν τον ασθενή σε άλλο νοσοκομείο.



























