trahir
trahir
tʁaiʁ
trair

Ορισμός και σημασία του "trahir"στα γαλλικά

trahir
01

προδίδω, εξαπατώ

ne pas être fidèle à quelqu'un, agir contre lui 
trahir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
trahis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
trahissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
trahirai
ενεστώτα μετοχή
trahissant
παθητική μετοχή
trahi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
trahissions
Παραδείγματα
Il a trahi la confiance de son ami. 

Προδόσε την εμπιστοσύνη του φίλου του.

02

προδίδω, αποκαλύπτω

révéler sans le vouloir un sentiment ou une pensée cachée, par un geste , un regard, la voix, etc. 
trahir definition and meaning
Παραδείγματα
Son regard l'a trahi au moment du mensonge. 

Το βλέμμα του τον προδωσε τη στιγμή του ψέματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store