Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traduire
01
μεταφράζω
exprimer un texte ou des paroles dans une autre langue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
traduis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
traduisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
traduirai
ενεστώτα μετοχή
traduisant
παθητική μετοχή
traduit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
traduisions
Παραδείγματα
Ils ont traduit le poème pour le public étranger.
Μετέφρασαν το ποίημα για το ξένο κοινό.



























