Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le trafic
[gender: masculine]
01
διακίνηση, παράνομο εμπόριο
commerce illégal ou clandestin de biens ou de personnes
Παραδείγματα
Le trafic illégal menace la sécurité nationale.
Η παράνομη διακίνηση απειλεί την εθνική ασφάλεια.



























