Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tradition
01
παράδοση, έθιμο
coutume ou pratique transmise de génération en génération
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tradition
Παραδείγματα
Nous avons appris les traditions de notre pays à l' école.
Μάθαμε τις παραδόσεις της χώρας μας στο σχολείο.
Λεξικό Δέντρο
tradition
trad



























