toxique
Pronunciation
/tɔksik/

Ορισμός και σημασία του "toxique"στα γαλλικά

01

τοξικός, δηλητηριώδης

qui peut nuire gravement à la santé ou provoquer une intoxication
toxique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus toxique
συγκριτικός βαθμός
plus toxique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
toxique
αρσενικό πληθυντικό
toxiques
θηλυκό ενικό
toxique
θηλυκό πληθυντικό
toxiques
Παραδείγματα
Certaines grenouilles sont très toxiques.
Μερικοί βάτραχοι είναι πολύ τοξικοί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store