Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tonalité
[gender: feminine]
01
τονικότητα, κλειδί
la clé musicale dans laquelle une composition est écrite
Παραδείγματα
Les musiciens ont discuté de la tonalité avant le concert.
Οι μουσικοί συζήτησαν την τονικότητα πριν από τη συναυλία.
02
τονικότητα, χροιά
qualité ou la manière dont un son ou une musique est perçue
Παραδείγματα
La tonalité générale du morceau est joyeuse.
Η γενική τονικότητα του κομματιού είναι χαρούμενη.
03
τόνος κλήσης, σήμα γραμμής
le son émis par un téléphone pour indiquer qu'il est prêt à sonner
Παραδείγματα
La tonalité du téléphone est familière et rassurante.
Ο τόνος του τηλεφώνου είναι οικείος και καθησυχαστικός.



























