le tiroir
tiroir
t͡siʁwaʁ
tsirvar
miroir

Ορισμός και σημασία του "tiroir"στα γαλλικά

01

συρτάρι, κιβώτιο ολίσθησης

compartiment coulissant dans un meuble pour ranger des objets 
le tiroir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tiroirs
Παραδείγματα
Les couverts sont dans le tiroir de la cuisine. 

Τα μαχαιροπήρουνα είναι στο συρτάρι της κουζίνας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store