Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tirage
[gender: masculine]
01
έκδοση, τύπωμα
nombre d'exemplaires imprimés d'un livre, d'un journal ou d'une publication
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tirages
Παραδείγματα
Les éditeurs annoncent le tirage de la prochaine édition.
Οι εκδότες ανακοινώνουν την έκδοση της επόμενης έκδοσης.
02
κλήρωση, τράβηγμα
action de choisir ou de prélever quelque chose de manière aléatoire, souvent dans un jeu ou un concours
Παραδείγματα
Le tirage des numéros a été publié dans le journal.
Η κλήρωση των αριθμών δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα.



























