Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La timidité
[gender: feminine]
01
ντροπαλότητα, συγκράτηση
réserve, gêne ou hésitation dans les relations sociales, souvent par peur du jugement ou du regard des autres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La timidité peut rendre difficile les nouvelles rencontres.
Η ντροπαλότητα μπορεί να κάνει τις νέες συναντήσεις δύσκολες.



























