la timidité
timidité
t͡simid͡zaɪ̯te
tsimidzaite

Ορισμός και σημασία του "timidité"στα γαλλικά

01

ντροπαλότητα, συγκράτηση

réserve, gêne ou hésitation dans les relations sociales, souvent par peur du jugement ou du regard des autres 
la timidité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa timidité l'empêche de parler en public. 

Η ντροπαλότητά του τον εμποδίζει να μιλήσει δημόσια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store