tisser
ti
ti
ti
sser
ˈse
se

Ορισμός και σημασία του "tisser"στα γαλλικά

tisser
01

υφαίνω

entrelacer des fils ou des fibres pour fabriquer un tissu ou une matière textile
tisser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tisserai
παθητική μετοχή
tissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tissions
Παραδείγματα
Elle tisse ensemble différentes matières pour créer une couverture originale.
Υφαίνει διαφορετικά υλικά μαζί για να δημιουργήσει μια πρωτότυπη κουβέρτα.
02

υφαίνω

fabriquer une toile en entrelaçant des fils, comme le fait une araignée
Παραδείγματα
L' araignée tisse autour de sa proie pour la capturer.
Η αράχνη υφαίνει γύρω από το θήραμά της για να το πιάσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store