tisser
ti
ti
ti
sser
se
se
tassertisseur

Ορισμός και σημασία του "tisser"στα γαλλικά

tisser
01

υφαίνω

entrelacer des fils ou des fibres pour fabriquer un tissu ou une matière textile 
tisser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tisserai
παθητική μετοχή
tissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tissions
Παραδείγματα
Elle tisse un tissu de soie dans son atelier. 

Αυτή υφαίνει ένα ύφασμα από μετάξι στο εργαστήριό της.

02

υφαίνω

fabriquer une toile en entrelaçant des fils, comme le fait une araignée 
Παραδείγματα
L'araignée tisse sa toile dans le coin du mur. 

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της στη γωνία του τοίχου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store