le tissage
tissage
t͡sisɑʒ
τσισαζ

Ορισμός και σημασία του "tissage"στα γαλλικά

01

ύφανση, υφαντική

procédé consistant à entrecroiser des fils (chaîne et trame) pour fabriquer un tissu, à la main ou à l'aide d'un métier à tisser 
le tissage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tissages
Παραδείγματα
Le tissage traditionnel se fait sur un métier à tisser. 

Ο παραδοσιακός υφαντουργία γίνεται σε αργαλειό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store