timbré
Pronunciation
/tɛ̃bʀe/

Ορισμός και σημασία του "timbré"στα γαλλικά

01

τρελός, παλαβός

fou, un peu dérangé
timbré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus timbré
συγκριτικός βαθμός
plus timbré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
timbré
αρσενικό πληθυντικό
timbrés
θηλυκό ενικό
timbrée
θηλυκό πληθυντικό
timbrées
Παραδείγματα
Mon frère est timbré de faire du ski sans casque.
Ο αδερφός μου είναι τρελός να κάνει σκι χωρίς κράνος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store