la tempête
tem
tɑ̃
τα
pête
pɛt
πετ

Ορισμός και σημασία του "tempête"στα γαλλικά

01

καταιγίδα, θύελλα

phénomène météorologique violent avec du vent fort, souvent accompagné de pluie, neige ou orages 
la tempête definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tempêtes
Παραδείγματα
La tempête a détruit plusieurs maisons. 

Η καταιγίδα κατέστρεψε αρκετά σπίτια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store