séjourner
Pronunciation
/seʒuʀne/

Ορισμός και σημασία του "séjourner"στα γαλλικά

séjourner
01

μένω, διαμένω

rester quelque temps dans un lieu
séjourner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
séjourne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
séjournons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
séjournerai
ενεστώτα μετοχή
séjournant
παθητική μετοχή
séjourné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
séjournions
Παραδείγματα
Les touristes séjournent souvent dans cette auberge.
Οι τουρίστες συχνά διαμένουν σε αυτό το πανδοχείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store