journer
se
se
jour
ʒuʁ
zhoor
ner
ne
ne

Ορισμός και σημασία του "séjourner"στα γαλλικά

séjourner
01

μένω, διαμένω

rester quelque temps dans un lieu 
séjourner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
séjourne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
séjournons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
séjournerai
ενεστώτα μετοχή
séjournant
παθητική μετοχή
séjourné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
séjournions
Παραδείγματα
Nous allons séjourner à Marseille pendant une semaine. 

Θα διαμείνουμε στη Μασσαλία για μια εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store