Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La séduction
[gender: feminine]
01
αποπλάνηση, γοητεία
capacité à attirer ou charmer quelqu'un
Παραδείγματα
La séduction joue un rôle important dans les relations.
Η αποπλάνηση παίζει σημαντικό ρόλο στις σχέσεις.



























