la séduction
séduction
sedʏksjɔ̃
seduksyaw
sélectionsédition

Ορισμός και σημασία του "séduction"στα γαλλικά

01

αποπλάνηση, γοητεία

capacité à attirer ou charmer quelqu'un 
la séduction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La séduction fait partie de son caractère. 

Η αποπλάνηση είναι μέρος του χαρακτήρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store