Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sélectionner
01
επιλέγω
choisir une ou plusieurs choses parmi plusieurs options
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sélectionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sélectionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sélectionnerai
ενεστώτα μετοχή
sélectionnant
παθητική μετοχή
sélectionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sélectionnions
Παραδείγματα
Peux - tu sélectionner ton repas, s' il te plaît ?
Μπορείς να επιλέξεις το γεύμα σου, παρακαλώ;



























