sélectionner
Pronunciation
/selɛksjɔne/

Ορισμός και σημασία του "sélectionner"στα γαλλικά

sélectionner
01

επιλέγω

choisir une ou plusieurs choses parmi plusieurs options
sélectionner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sélectionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sélectionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sélectionnerai
ενεστώτα μετοχή
sélectionnant
παθητική μετοχή
sélectionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sélectionnions
Παραδείγματα
Peux - tu sélectionner ton repas, s' il te plaît ?
Μπορείς να επιλέξεις το γεύμα σου, παρακαλώ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store