lectionner
se
se
lect
lɛks
leks
io
yaw
nner
ne
ne

Ορισμός και σημασία του "sélectionner"στα γαλλικά

sélectionner
01

επιλέγω

choisir une ou plusieurs choses parmi plusieurs options 
sélectionner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sélectionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sélectionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sélectionnerai
ενεστώτα μετοχή
sélectionnant
παθητική μετοχή
sélectionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sélectionnions
Παραδείγματα
Tu dois sélectionner une image pour la présentation. 

Πρέπει να επιλέξεις μια εικόνα για την παρουσίαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store