Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le séisme
[gender: masculine]
01
σεισμός, σεισμική δόνηση
mouvement brusque de l'écorce terrestre
Παραδείγματα
Le séisme a été ressenti dans trois pays voisins.
Ο σεισμός αισθάνθηκε σε τρεις γειτονικές χώρες.
02
συναισθηματικός σεισμός, συναισθηματική αναστάτωση
bouleversement émotionnel violent
Παραδείγματα
La rupture fut un séisme dans sa vie affective.
Ο χωρισμός ήταν ένας σεισμός στη συναισθηματική του ζωή.



























