le séisme
Pronunciation
/seism/

Ορισμός και σημασία του "séisme"στα γαλλικά

01

σεισμός, σεισμική δόνηση

mouvement brusque de l'écorce terrestre
le séisme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
séismes
Παραδείγματα
Le séisme a été ressenti dans trois pays voisins.
Ο σεισμός αισθάνθηκε σε τρεις γειτονικές χώρες.
02

συναισθηματικός σεισμός, συναισθηματική αναστάτωση

bouleversement émotionnel violent
Παραδείγματα
La rupture fut un séisme dans sa vie affective.
Ο χωρισμός ήταν ένας σεισμός στη συναισθηματική του ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store