la supposition
supposition
sypozisjɔ̃
sypozisyaw
superposition

Ορισμός και σημασία του "supposition"στα γαλλικά

La supposition
01

υπόθεση, εικασία

idée ou hypothèse que l'on considère comme vraie sans preuve certaine 
la supposition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
suppositions
Παραδείγματα
Sa supposition était basée sur des informations incomplètes. 

Υπόθεση βασίστηκε σε ελλιπείς πληροφορίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store