Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La source
01
πηγή, προέλευση
personne, organisme, document ou endroit d'où provient une information ou un renseignement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sources
Παραδείγματα
La source de cette rumeur reste inconnue.
Η πηγή αυτής της φήμης παραμένει άγνωστη.



























