Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
souligner
01
υπογραμμίζω, τονίζω
tracer une ligne sous un mot ou un texte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
souligne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soulignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soulignerai
ενεστώτα μετοχή
soulignant
παθητική μετοχή
souligné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soulignions
Παραδείγματα
J' ai souligné ton nom pour qu' il soit bien visible.
Υπέγραψα το όνομά σου για να είναι καλά ορατό.
02
τονίζω, επισημαίνω
insister sur un point, attirer l'attention sur quelque chose
Παραδείγματα
Je tiens à souligner ton excellent travail.



























